Εμμανουήλ Ροΐδης,ο μαχητής διανοούμενος

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους και κριτικούς στη νεώτερη Ελλάδα, γεννήθηκε στη Σύρο το 1836.

Στη Σύρο η οικογένειά του βρέθηκε εξαιτίας των περιπετειών στα χρόνια της Επανάστασης, αφότου καταστράφηκαν οι περιουσίες των γονιών του το 1822 στη Χίο.

Ο πατέρας του προερχόταν από παλιά αρχοντική Αθηναϊκή οικογένεια, ενώ η μητέρα του από πλούσια αριστοκρατική οικογένεια της Χίου.

Το 1841 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στη Γένοβα μιας και ο πατέρας του ανέλαβε τη διεύθυνση μεγάλου εμπορικού οίκου και έγινε επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας.

Το 1849 επέστρεψε στην Ερμούπολη για σπουδές. Ενώ οι γονείς του, λόγω των εμπορικών ασχολιών του πατέρα του, έμεναν στο Ιάσιο.

Για ένα διάστημα εξέδιδε μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα τη μαθητική εφημερίδα Λυκείου «Μέλισσα».

Ήδη σε παιδική ηλικία άρχισε να εκδηλώνεται η βαρηκοΐα του.

Το 1855 πήγε για θεραπεία στο Βερολίνο, σπουδάζοντας παράλληλα Φιλολογία και φιλοσοφία.

Το 1857 πήγε στη Ρουμανία όπου έμεινε ως το 1862 πραγματοποιώντας ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα.

Εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1862, αποφασισμένος να εγκαταλείψει το εμπόριο και να αφοσιωθεί στα γράμματα.

Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια οικογενειακού ταξιδιού στην Αίγυπτο, πέθανε ο πατέρας του στο Κάιρο το 1861.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης ανέπτυξε έντονη κοινωνική ζωή δημοσιογραφική και συγγραφική δραστηριότητα.

Το 1860 δημοσίευσε τη μετάφραση «Οδοιπορικόν: Εκ Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και εξ Ιεροσολύμων εις Παρισίους»

του έργου του Chateaubriand και το 1866 το πολύκροτο μυθιστόρημα του η «Πάπισσα Ιωάννα».

Μεγάλο μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας διοχετεύθηκε και στο οξύτατα σατιρικό κοινωνικό πολιτικό φύλλο «Ασμοδαίος» από το 1875 μέχρι το 1876,

όπου εξέφραζε φανερά την υποστήριξή του προς τον Χαρίλαο Τρικούπη, επί πρωθυπουργίας του οποίου, το 1880 ο Ροΐδης διορίστηκε έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Έκτοτε παύθηκε και ξανά διορίστηκε αρκετές φορές, ανάλογα προς τις πολιτικές μεταβολές.

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και κριτικής κατέλαβε η διαμάχη του,η φιλολογική με τον Άγγελο Βλάχο.

Την έριδα αυτή πυροδότησε η καταδίκη της κριτικής των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμάτων από τον Ροΐδη και η άποψή του ότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν ευνοούσαν την ανάπτυξη της ποίησης και της λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

Η άποψη αυτή ήταν εμπνευσμένη από τη διδασκαλία του H. Taine, ο οποίος υποστήριζε ότι υπάρχει μία νομοτελειακή σύνδεση της πνευματικής δημιουργίας με τις επικρατούσες κάθε φορά κοινωνικές συνθήκες, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Το 1885 εκδόθηκε επιλογή κάποιων κειμένων του σε έναν τόμο με τον τίτλο «Πάρεργα» και το 1893 η μελέτη του τα «Είδωλα» όπου αναφέρεται στο γλωσσικό ζήτημα.

Με τα Είδωλα (1889) παρενέβη στη διαμάχη του Γεωργίου Ψυχάρη -Γ. Ν. Χατζιδάκι, με επιχειρήματα και προτάσεις που μπορούν να κριθούν πιο αξιόλογα και πιο ρεαλιστικά από εκείνα του γλωσσολόγου Ψυχάρη.

Ο Ροΐδης υπήρξε κατεξοχήν κριτικό πνεύμα σε μία εποχή όπου η άσκηση ρηξικέλευθης κριτικής ήταν αναγκαία για τον τόπο.

Ήταν ένας διανοούμενος μαχητής, ο οποίος στιγμάτισε τα φθαρμένα πολιτικά ήθη, τις κερδοσκοπικές εκτροπές της εκκλησίας ή την υπόθαλψη από μέρους της ενός Πνεύματος δεισιδαιμονίας, την αδράνεια της κοινωνίας και την ιδιοτέλεια των μελών της.

Υπερασπίστηκε τη δημοτική γλώσσα γράφοντας ο ίδιος, εν τούτοις, σε αυστηρή καθαρεύουσα, σχεδόν σε αρχαΐζουσα γλώσσα.

Μόνο ένα κείμενο του το διήγημα» Η μηλιά» είναι γραμμένο στη δημοτική.

Α’μέρος

Σαντίνα Δεναξά

Πηγή: Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας /Πρόσωπα /Έργα/Ρεύματα /Όροι,

εκδόσεις Πατάκη